Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Ο Γεώργιος Κομζιάς μιλάει στην Κατερίνα Σχισμένου

     Το Σάββατο 16 Ιουνίου και ώρα 19,30', στον Ξενώνα "Νησίστα" η Τοπική Κοινότητα Ροδαυγής του Δήμου Αρταίων, παρουσίασε το πεντάτομο έργο του Εκπαιδευτικού - Συγγραφέα Γιώργου Χρ. Κομζιά "Η Νησίστα".
       Μίλησαν για το έργο η Εκπαιδευτικός -dr Λαογραφίας κ. Ελένη Καρανικόλα και η Φιλόλογος - Μεταφράστρια κ. Κατερίνα Σχισμένου ενώ αποσπάσματα απ το συγγραφικό έργο διάβσε η ηθοποιός - αρχιτέκτονας κ. Γεωργία Ζώη και θα συντονίσει η Σοφία Αναγνωστάκη. Με αυτή την αφορμή αυτή την εβδομάδα συνομιλούμε με τον κ. Γιώργο Κομζιά.

Παρουσίαση του έργου η ''Νησίστα''

Πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία, το βράδυ του περασμένου Σαββάτου στην αίθουσα του Ξενώνα «Νησίστα» η παρουσίαση του πεντάτομου λαογραφικού έργου με τίτλο «Η Νησίστα» του χωριανού μας Εκπαιδευτικού και συγγραφέα Γιώργου Χρ. Κομζιά.Την παρουσίαση του έργου οργάνωσε η Τοπική Κοινότητα Ροδαυγής του Δήμου Αρταίων μετά από σχετική ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου της και όπως ανέφερε ο Πρόεδρος της, καλωσορίζοντας και χαιρετίζοντας την εκδήλωση, θεώρησε υποχρέωση και ελάχιστη προσφορά, την παρουσίαση ενός τόσου σημαντικού έργου για το Χωριό και τις επόμενες γενιές.

''Όποιος στον κόσμο αγαπά ... ''

''Όποιος  στον  κόσμο  αγαπά,  φτερά στους  ώμους  βγάνει ... ''
Με αυτόν τον τίτλο κλείνει για φέτος το Πολιτιστικό Καλοκαίρι και οι εκδηλώσεις του Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου «Το Αιτωλικό». Με τον ίδιο τίτλο που τρία χορευτικά τμήματα – του Πολ. Συλλόγου του Αιτωλικού, του Παραδοσιακού Καλλιτεχνικού Εργαστηρίου Αγρινίου και του Μ/Φ Συλλόγου Άρτας «Ο Σκουφάς» – παρουσίασαν τη Δευτέρα 19 Αυγούστου μια μουσικοχορευτική παράσταση με κεντρικό θέμα τον έρωτα, όπως αυτός υμνήθηκε στη λαϊκή μας παράδοση.

Χοροί Αιτωλικού

Με αφορμή την παράσταση του Χ.Ο.Ε. το 2016 στο θέατρο της Δόρας Στράτου, όπου παρουσιάσαμε χορούς του Αιτωλικού, προσκαλέσαμε τον Γιώργο Κομζιά να μας μιλήσει για την παράδοση και τους χορούς αυτού του τόπου. Εκπαιδευτικός στο επάγγελμα και ταυτόχρονα ερευνητής, συγγραφέας και δάσκαλος παραδοσιακών χορών, μας μετέφερε το κλίμα, την "αυστηρότητα", τη μοναδικότητα και την ομορφιά αυτών των χορών.

Σεμινάριο με χορούς από τα Τζουμέρκα

Το Κέντρο Μελετών, Έρευνας και Ανάπτυξης Ελληνικοί Χοροί «ΔΡΩΜΕΝΑ», διοργάνωσε τη Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017, εκπαιδευτικό δίωρο για τη μουσικοχορευτική παράδοση των Τζουμέρκων. Ο εισηγητής κ. Γιώργος Κομζιάς, εκπαιδευτικός, χοροδιδάσκαλος, ερευνητής και συγγραφέας, παρουσίασε χορούς από τα χωριά Ροδαυγή, Συρράκο, Πράμαντα και Θεοδώριανα.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ


ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ ΣΤH ΡΟΔΑΥΓΗ ΆΡΤΑΣ
«για τον τουρισμό, για την φιλοξενία, για την διάσωση και διάδοση
του Ελληνικού πολιτισμού»’


10 - 11 - 12 και 13 ΙΟΥΝΙΟΥ 2011
ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος στη Ροδαυγή Άρτας θα πραγματοποιηθεί φέτος για πρώτη φορά ταχύρρυθμο σεμινάριο Ελληνικών Παραδοσιακών χορών από την περιοχή της Ορεινής Άρτας. Θα διδαχτούν χοροί από τη Ροδαυγή και την περιοχή των Τζουμέρκων, με τη συμμετοχή του καταξιωμένου εισηγητή δάσκαλου, χοροδιδασκάλου, συγγραφέα, λαογράφου Γιώργου Κομζιά.
Η διαμονή θα γίνει στον παραδοσιακό ξενώνα ‘’ΑΡΑΧΘΕΑ‘’ και τα μα-θήματα στην αυλή του ξενώνα, γύρω από τον πλάτανο. Τα γλέντια θα γίνουν στην αυλή τη εκκλησίας της Αγίας Τριάδας στο Σουμέσι, όπου θα πραγματοποιηθεί το ετήσιο τοπικό πανηγύρι.
Σκοπός μας δεν είναι απλώς να μάθει κάποιος τα βήματα των χορών αλλά να νιώσει μέσα του την βαρύτητα και την πραγματική διάσταση του τζουμερκιώτικου χορού.
Στόχος του σεμιναρίου είναι η ουσιαστική προσέγγιση της έννοιας της παρά-δοσης σε πολλές πτυχές της. Στο χορό, τη μουσική, στη ζυγιά και την κομπανία, στη φορεσιά, την τοπική λαογραφία και ιστορία. Έτσι ο χορός δεν αντιμετωπίζεται ως στοιχείο αυτόνομο της κοινωνίας αλλά ως μέρος ενός γενικού όλου που διέπει τη ζωή του τόπου.


Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Παραδοσιακές Φορεσιές Ροδαυγής Άρτας

Το ένδυμα, η φορεσιά είναι κάτι το μαγικό. Αλλάζει την όψη και την ψυ-χολογία του ανθρώπου, εκπέμπει μηνύματα, δημιουργεί συναισθήματα, ξυπνάει μνήμες.
Το ένδυμα είναι τόσο παλαιό, όσο και ο άνθρωπος των σπηλαίων! Από τις πρωτόγονες κλωστές και τις προβιές έως τα σημερινά κοστούμια πέρασαν πολλά χρόνια. Αλλά ένα δεν άλλαξε: Η σημειολογία της ένδυσης!
Στην ένδυση (αλλά και στα συγγενικά της, επίσης μαγικά, σημάδια υπό-δηση-κόσμημα-κέντημα-κεφαλοκάλυμμα και ακόμη πιο ειδικά στην ψιμυθίωση και στον αρωματισμό) αποκαλύπτεται η οργάνωση και ο πολιτισμός ενός ολό-κληρου λαού!

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

''Σα παραμύθια τα παιχνίδια της αλάνας ... ''


To βιβλίο, έκδοση του Πολιτιστικού & Μορφωτικού Συλλόγου ''ΤΟ ΑΙΤΩΛΙΚΟ'', έγινε στις 21 Νοεμβρίου 2009 στο Αιτωλικό.


Το Καγκελάρι


Το βιβλίο, έκδοση της αδελφότητας Ροδαυγής παρουσιάστηκε στις 26 Ιουλίου 2009 στη Ροδαυγή.



Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Καλή Ανάσταση!





Με τις θερμότερες ευχές μου για
Καλή Ανάσταση!



Πέμπτη 9 Απριλίου 2009

Ο τσιγγάνος μουσικός στην Αιτωλοακαρνανία

‘’ Κι ήρθαν οι γύφτοι λαλητάδες
…πλάσμα εσύ από ήχο
πλάσμα ρυθμού και πλάσμα ονείρου,
εσύ ’σαι η γλώσσα τους η μία
κι η ασάλευτη κι η μουσική!
Κ’ ήρθαν κ’ οι γύφτοι μουσικοί‘’1.




Οι ‘’γύφτοι λαλητάδες‘’, αυτοί οι ‘’πλάστες οι μεγάλοι, που είναι τα έργα τους από ρυθμό κι από όνειρο’’2 , που έχουν τη μουσικότητα στα σπλάχνα τους, αποτέλεσαν και αποτελούν το βασικότερο και τον πιο σημαντικό παράγοντα, το ‘’προσάναμμα‘’ του κεφιού, σε κάθε γλέντι, σε κάθε χαροκόπι.
Οργανωμένοι σε ζυγιές ή κομπανίες γυρίζουν από πανηγύρι σε πανηγύρι, για να προσφέρουν τη διασκέδαση στους γλεντοκόπους και έχουν έναν, παράξενο θα λέγαμε, τρόπο να ‘’μυρίζονται‘’ τις κάθε λογής – λογής ξεφάντωσες, εμφανιζόμενοι ως ‘’από μηχανής θεός‘’ στους γάμους, στις βαφτίσεις και στα σπιτικά γλέντια.
Οι γύφτοι τη μουσική την έχουν από φυσικού τους. Δάσκαλος δεν τους χρειάζεται3 . Μαθαίνουν την τέχνη του οργάνου από πατέρα σε γιο κι από παππού σε εγγονό. ‘’Το όργανο είναι μεράκι της καρδιάς τους‘’4 . Άλλωστε, σε περιοχές ολόκληρες, η οργανική μουσική του τόπου βρισκόταν ανέκαθεν στα χέρια των Γύφτων.
Οι ντόπιοι, επηρεασμένοι από την αντίληψη ότι είναι νοικοκυραίοι δεν καταδέχονταν το επάγγελμα του οργανοπαίχτη, να πηγαί-νουν στα πανηγύρια, να στέκονται στη μέση του χορού και να τους κολλάνε οι άλλοι χωριανοί δεκάρες στο κούτελο όπως στους γύφτους, γιατί οι χορευτές, πάνω στο κέφι τους και τον ενθουσιασμό τους, για λόγους κυρίως επίδειξης, σάλιωναν τα νομίσματα και τα κολλούσαν στην ‘’μπάλα‘’, το μέτωπο του οργανοπαίχτη. Γι’ αυτό και η λέξη γύφτος έγινε συνώνυμη της λέξης οργανοπαίχτης και αυτός που κρατάει στα χέρια όργανο να λέγεται γύφτος. ‘’Ήρθαν οι γύφτοι‘’ σημαίνει ήρθαν τα όργανα.
Οι γύφτοι, με το οξύ μουσικό τους ένστικτο και το μεγάλο μουσικό τους πάθος, διακρίνονται για τον ωραίο ήχο τους και τη δεξιοτεχνία τους, ‘’που σου στραγγίζει το φυλλοκάρδι‘’5. Παρ’ όλη όμως τη δεξιοτεχνία τους, το αξιοσημείωτο είναι ότι ξέρουν τη θέση τους: παίζουν τη μουσική των τραγουδιών και χορών των διάφορων παραδόσεων κάνοντας αυτό που τους ζητάνε.
Παλιότερα οι οργανοπαίχτες αντιμετωπίζονταν από τους γλεντο-κόπους με αγένεια και πολλές φορές με απότομη συμπεριφορά όπως χαρακτηριστικά μας λένε και οι παρακάτω στίχοι:

‘’Βάρα, βρε γύφτε, δυνατά και φούσκωνε τα χείλια
μη σπάσω το ζουρνά.
Θέλω τραγούδι πηδητό, σα να μου παίζεις ζίλια
και το νταούλι να βαρεί μαζί διπλοβεργιά!6

Σήμερα όμως έχουν καλλίτερη μεταχείριση και κάποια προνόμια, έχουν ξέχωρη ύπαρξη।Στην Αιτωλοακαρνανία μεγάλα μουσικά κέντρα ήταν – και είναι - το Αγρίνιο, η Βόνιτσα, το Μεσολόγγι 7 και η Ναύπακτος 8, με ολόκληρους μαχαλάδες από γύφτους μουζικάντες।
Τα μουσικά σχήματα που έκαναν και κάνουν ακόμα έντονη την παρουσία τους στην περιοχή είναι η ζυγιά και η κομπανία.
Η λέξη ζυγιά σημαίνει ζευγάρι, συγκρότημα από δυο ή τρία κύρια όργανα.Είναι δηλαδή ένα ολιγοπρόσωπο λαϊκό συγκρότημα που απαρτίζεται από δυο ζουρνάδες και ένα νταούλι 9. Ο γύφτος σχημάτιζε τη ζυγιά είτε από την δικιά του αποκλειστικά τη φαμίλια ή από τις γύφτικες φαμίλιες του δικού του ή των διπλανών χωριών 10.
Η ζυγιά είναι από τα πιο παλιότερα μουσικά σχήματα που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα και κρατήθηκε, ιδίως στην ύπαιθρο, ίσαμε το τέλος της βασιλείας του Όθωνα και αποτελούνταν απο-κλειστικά από γύφτους. Στην Αιτωλοακαρνανία και συγκεκριμένα στην Νότια Αιτωλία αντέχει μέχρι σήμερα με σημαντικά κέντρα της το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι.
Εδώ η ζυγιά άκμασε και διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας χάρη στα ιδιότυπα λαϊκά πανηγύρια, που μόνο εδώ συναντιούνται, με κορυφαία αυτό του Αη – Συμιού, την Πεντηκοστή στο Μεσολόγγι και της Αγι’ – Αγάθης, στις 23 Αυγούστου στο Αιτωλικό. Στα πανηγύρια αυτά, με τον εθνικοθρησκευτικό χαρακτήρα τους τον κυρίαρχο ρόλο τον έχει η ζυγιά και ο υπαίθριος χώρος τέλεσης αυτών, σε συνδυασμό με το συμβολικό περιεχόμενό τους, επιβάλλει τη χρήση οργάνων με οξείς και δυνατούς ήχους 11.
Οι πανηγυριστές οργανωμένοι σε παρέες αρματωμένων και κα-βαλαραίων, σύμφωνα με τα πρότυπα των κλέφτικων νταϊφάδων του ’21, ντύνονται τη λευκή φουστανέλα και αριαδιάζουν πάνω της με μια ορισμένη σειρά την ασημένια αρματωσιά, τα λεγόμενα άρματα. Η κάθε παρέα ‘’κλείνει‘’ για τις ανάγκες της διασκέδασής της και τη δικιά της ζυγιά.
Στη λαϊκή ορχήστρα της ζυγιάς τα όργανα είναι τρία: δυο ζουρνάδες και ένα νταούλι. Απ’ τους δυο ζουρνάδες μοναχά ο ένας παίζει τη μελωδία και ο γύφτος οργανοπαίχτης λέγεται ‘’μάστορας ή πριμαδόρος‘’. Αυτός είναι και ο αρχηγός της ζυγιάς. Ο άλλος ζουρνάς κρατάει απλώς το ίσο, δηλαδή το μπάσο και για τούτο ο παίχτης λέγεται μπασαδόρος.
Ο ζουρνάς, από τα αρχαία ακόμα χρόνια, υπήρξε ο πρωταγωνι-στής σε όλα τα πανηγύρια καθώς μόνο αυτός είχε τη δύναμη να γεμίζει με τους ήχους τον υπαίθριο χώρο των συγκεντρώσεων. Μέσα από τους ζουρνάδες φαίνεται ότι πέρασαν και σμιλεύτηκαν οι σκοποί της δημοτικής μας μουσικής ενός μεγάλου κομματιού του Ελλαδικού χώρου 12.
Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τον αρχαίο ελληνικό αυλό, όρ-γανο με διπλό καλάμι (γλωσσίδι). Στην περιοχή του Μεσολογγίου ο-νομάζεται και καλάμι και φτιάχνεται στο μέγεθος των 20 εκ. από διάφορα ξύλα ή από κόκαλα μεγάλων πτηνών. Με τον οξύ και δυ-νατό του ήχο ο ζουρνάς συνδυάζει τη γλυκύτητα με την αγριότητα.
Ο γύφτος οργανοπαίχτης θα φτιάξει μόνος του το ζουρνά. Αφού ετοιμάσει το σωλήνα του οργάνου και φτιάξει και το στόμιό του, θα τοποθετήσει ύστερα τις τρύπες για τα δάχτυλα. Οι τρύπες θα ανοι-χτούν με βάση τούτη την αντίληψη: να πέφτουν άνετα και βολικά τα δάχτυλά του. Το αν θα είναι κουρντισμένο ή όχι το όργανο, ούτε το σκέφτεται ούτε τον ενδιαφέρει. Θα το κουρντίσει την ώρα που παίζει. Θα κανονίσει έτσι το φύσημά του και τα πιασίματα που κάνει, ώστε να βγάλει τις φωνές που θέλει 13.
Το παίξιμο του ζουρνά αποτελεί για τον γύφτο μια επίπονη προσπάθεια. Για να μπορέσει ο ήχος να βγαίνει συνεχής πρέπει αυτός να γνωρίζει πολύ καλά την καταπληκτική τεχνική της ‘’κυκλι-κής αναπνοής‘’. Ενώ παίζει, εισπνέει ταυτόχρονα από τη μύτη αέρα και τον αποθηκεύει στη στοματική κοιλότητα. Τα μάγουλά του φου-σκώνουν από το πολύ φύσημα, τα μάτια γουρλώνουν και πετάγονται έξω και το πρόσωπό του γεμίζει ιδρώτα, εικόνα που πολύ παραστα-τικά μας τη δίνει ο Παλαμάς στο ‘’Δωδεκάλογο του Γύφτου‘’14.


‘’κι είδα το πρόσωπο του γύφτου λαλητή
αλλασμένο και ωγκωμένο και πλατύ
και πανάθλιο κι από την ασκήμια
κι ήτανε λάχνιασμα και αγώνας
και άμοιαστη φοβέρα‘’.


Όργανο αχώριστο της ζυγιάς είναι και το νταούλι. Είναι αυτό που συνοδεύει του δυο ζουρνάδες και δίνει ξεχωριστό τόνο στο λαϊκό γλέντι. Για να ταιριάζει ο ήχος του με τον οξύ ήχο των μικρών ζουρνάδων κατασκευάζεται και αυτό μικρό. Λόγω του ξηρού όμως ήχου που παράγει λέγεται και τσοκάνι.
Δυο είναι τα χτυπήματα που κάνει ο νταουλιέρης: η διπλο-βεργιά στα γρήγορα τσάμικα και η κυριαρχία του νταουλόξυλου στα αργά. Μερικές φορές πάνω στο χορό σταματούν οι ζουρνάδες και παίζει μόνο του το νταούλι στον ίδιο ρυθμό. Είναι το λεγόμενο ξεροντάουλο.
Στα πανηγύρια των αρματωμένων οι γύφτοι μουζικάντες έχουν ένα δικό τους τρόπο για το ξεκίνημα του γλεντιού. Όλη τους η προσπάθεια επικεντρώνεται στο πως θα ξεσηκώσουν - μερακλώσουν τους πανηγυριστές, για να αποσπάσουν από αυτούς όσο το δυνατόν περισσότερα κεράσματα.
Αρχίζουν το γλέντι παίζοντας το εμβατήριο των αρματωμένων. Στη συνέχεια παίζουν ένα γρήγορο ταξίμι και το ‘’γυρίζουν’’ στο Καραβλάχικο, μια μελωδία που παίζεται στα ‘’έξι δάχτυλα‘’, για να περάσουν στη συνέχεια στη Γαλάτα, μουσικό κομμάτι αρκετά δύ-σκολο γιατί παίζεται στα ‘’τρία δάχτυλα‘’. Μπορεί ακόμα να παιχτεί και το Ράστ, ταξίμι μερακλίδικο.
Παίχτες της ζυγιάς, που με το παίξιμό τους στα τοπικά γλέντια άφησαν εποχή ήταν οι Ποδολοβιτσάνοι και οι Μεσολογγίτες γύφτοι.
Τέτοιοι ήταν: οι μάστοροι ζουρνατζήδες: Χρήστος Καραγιάννης, Ασημάκης Καραγιάννης, Νικόλαος Κουμπούρας, Κων/νος Σαλέας, Κων/νος Αριστόπουλος ή Κακαρούκας, Κων/νος Καραγιάννης και Ασημάκης Μπέκος, οι μπασαδόροι : Γεώργιος Σαλέας, Κων/νος Πα-νόπουλος, Δημοσθένης Μπέκος και οι νταουλιέρηδες Γιάννης Πα-νόπουλος, Μένιος Κούτρας, Γιάννης Ντόβας και ο Ασημάκης Κού-τρας.
Κορυφαίοι σήμερα μάστοροι περιζήτητοι στα τοπικά πανηγύρια είναι: ο Απόστολος Μπέκος ή Καλός, ο Γιάννης Μπέκος και ο Ηλίας Αριστόπουλος ή Κακαρούκας. Ανέφερα τελευταίο τον Αριστόπουλο γιατί προσωπικά τον θεωρώ ως τον καλλίτερο μάστορα του ζουρνά σήμερα στην Αιτωλοακαρνανία.
Η σύγχρονη όμως μουσική εξέλιξη έκανε τους ανθρώπους να μην ανέχονται πια, τον εκκωφαντικό ήχο του ζουρνά γι’ αυτό κι οι γύφτοι άφησαν τα παλιά όργανα κι έμαθαν να παίζουν βιολιά. Η παραδοσιακή ζυγιά έδωσε τη θέση της σε ένα πιο εξελιγμένο μου-σικό σχήμα, που αρχικά κράτησε το παλιό όνομα ‘’ζυγιά‘’ και απο-τελούνταν από νάγια, ένα – δυο βιολιά και από ένα μικρό ντέφι. Στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα η σύνθεση της ζυγιάς αλλάζει, σχηματίζοντας έτσι την κουμπανία από βιολί, λαούτο και κλαρίνο. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, προστέθηκε σ’ αυτά και το σαντούρι 15/strong>.
Η κουμπανία είναι παρέα, ένας συνεταιρισμός, μια συντροφιά από διάφορα πρόσωπα που παίζουν μουσική. Τα όργανα της είναι όλα όργανα εξελιγμένα. Κουρντίζουν πάνω στις ευρωπαϊκές κλίμακες και έχουν ήχο μαλακό και ευέλικτο 16. Οι οργανοπαίχτες ήταν συνήθως από το ίδιο χωριό ή και συγγενείς αναμεταξύ τους. Συχνά όμως την αποτελούσαν και οργανοπαίχτες από γειτονικά χωριά. Αυτοί παλαιότερα δεν ήταν επαγγελματίες οργανοπαίχτες. Είχε ο καθένας τις δουλειές τους. Όταν επρόκειτο να γίνει γάμος, αρραβώνες ή σε μέρες γιορτερές, τοπικά πανηγύρια παρατάγανε τις δουλειές τους και συγκροτούσαν την κουμπανία.
Κάποια στιγμή δίπλα στις γύφτικες κουμπανίες άρχισαν να σχηματίζονται και κουμπανίες από ντόπιους οργανοπαίχτες. Η μετα-βολή αυτή σημειώθηκε κυρίως όταν η λαϊκή ορχήστρα άρχισε να εμπλουτίζεται με το βιολί και το κλαρίνο. Με την εξομοίωση όμως που είχε ο γύφτος με τον υπόλοιπο πληθυσμό του χωριού η μεικτή κουμπανία από γύφτους και ντόπιους δεν ήταν σπάνιο πράγμα.
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην κουμπανία τον έχει το κλαρίνο.
Στην Αιτωλοακαρνανία και συγκεκριμένα στο Αγρίνιο και το Μεσολόγγι το κλαρίνο πρωτοεμφανίζεται στη λαϊκή ορχήστρα γύρω στα 1890. Εδώ όμως η αντικατάσταση των μουσικών ήχων δεν έγινε τόσο εύκολα. Παρ’ όλο που τα νάγια ήταν ‘’να τ’ ακούς και να πεθαίνεις απ’ τη γλύκα‘’, το κλαρίνο πάλεψε με τη χοντρή φωνή του ζουρνά για να μπορέσει να επικρατήσει. Τη ‘’μάχη‘’ των δυο αυτών οργάνων ο κλαριτζής Κώστας Καραγιάννης την έδωσε με λίγα απλά λόγια: το κλαρίνο στην αρχή δεν το ήθελαν οι χωριανοί. Η καραμούζα είχε νταούλι και βάραγε, ενώ το κλαρίνο είχε λαούτο και δεν ακουγόταν. Οι πιο πλούσιοι παίρνανε κλαρίνα, οι πιο φτωχοί καραμούζα. Πάντως παραμεράγανε ο κόσμος για τα λεφτά. Το κλαρίνο ήταν το πιο ακριβό, η καραμούζα πιο φτηνή. Λίγο – λίγο, όμως η καραμούζα έφυγε από τον κόσμο’’17.
Στην περιοχή του Μεσολογγίου, στα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, μπορούσε κανείς να συναντήσει και τα τρία μουσικά συγκρο-τήματα που αναφέραμε. Έχουμε δηλαδή τρία στάδια μουσικής εξέλιξης και ιστορίας το ένα δίπλα στο άλλο 18 .
Την περιοχή σηματοδοτεί από το 1892 η καλλιτεχνική πορεία και δράση του διάσημου Τουρκαλβανού κλαριντζή Νικολάκη Σου-λεϊμάνη (1848 – 1921). Ο Σουλεϊμάνης, αν και καταγόταν από το Λεσκοβίκι, γεννήθηκε στον Αλμυρό του Βόλου κι εγκαταστάθηκε μό-νιμα στη Δυτική Ρούμελη, όπου και παντρεύτηκε. Το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του το πέρασε στην Ήπειρο, στο Αγρίνιο, στο Μεσολόγγι και στο Μοριά.
Μερακλής και γλεντιστής, απ’ όπου πέρασε ο Σουλεϊμάνης άφησε εποχή. Άφησε πολλούς και καλούς μαθητές και άπειρους θαυμαστές. Όργωσε όλη την Ελλάδα. Δεν έμεινε περιοχή, δεν έμεινε καφέ – αμάν που να μην έπαιξε 19 .
Την ίδια περίπου εποχή ο Γιάννος Μόσχος ή Φουσκομπούκας (1845 – 1925) από τη Βόνιτσα, που έπαιζε νάι γύρω στα 1870 – 1875, παράτησε το νάι και πήρε κλαρίνο, ένα ‘’κλαρίνο άσπρο και μεγάλο‘’. Ο γιος του ο Κώστας (1878 – 1952), που γεννήθηκε στο Αιτωλικό, έμαθε κλαρίνο από πολύ μικρός. Έξι – εφτά χρονών ήταν που άρχισε και στα οχτώ του βγήκε να παίξει σε γάμο. Στο καφενείο του Κουζέλη στο Μεσολόγγι, που ήταν καφέ – αμάν έπαιξε πολλά χρόνια μαζί με τον Σουλεϊμάνη. Από τα δέκα παιδιά του όργανο παίζουν ο Χρήστος, βιολί και σαντούρι, και ο Αριστείδης, σαντούρι.
Μετά το θάνατο του Σουλεϊμάνη και του Φουσκομπούκα το καλλίτερο κλαρίνο της περιοχής ήταν ο μαθητής του Σουλεϊμάνη, ο Χαράλαμπος Μαριέλης 20 .
Μεγάλος επίσης κλαρινίστας, περιζήτητος στο Ξηρόμερο, το Βάλτο, το Αγρίνιο και το Μεσολόγγι ήταν, παλιότερα, και ο Νίκος Τζάρας (1892 – 1942). Ο Νίκος Τζάρας σε ηλικία 15 χρόνων έφυγε από τα Γιάννενα και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Βόνιτσα, για να περάσει στη συνέχεια στην Πρέβεζα. Έμαθε να παίζει κλαρίνο από τον πατέρα του. Το όνομά του άρχισε να γίνεται ευρύτατα γνωστό μετά το 1925. Μαθητής του ήταν ο Βασίλης Μπεσίρης ή Τουρκοβασίλης.
Στην περιοχή έπαιξαν σε πανηγύρια και γάμους και οι τελευ-ταίοι μεγάλοι οργανοπαίχτες από τις σκλήθρες των Χαλακαίων, από τα Γιάννενα και των Σουκαίων από την Άρτα.
Σήμερα η Αιτωλοακαρνανία έχει να επιδείξει πολλούς σπουδαίους τσιγγάνους λαϊκούς οργανοπαίχτες, γνωστούς για το παίξιμό τους και πέρα από τα όρια του νομού.
Γνωστοί στο πανελλήνιο είναι οι κλαριτζήδες Νίκος, Γιώργος και Γιάννης Βασιλόπουλος και ο Κώστας Αριστόπουλος, οι οποίοι παίζουν σε παραδοσιακά καταστήματα των Αθηνών.
Οργανοπαίχτες που παίζουν σήμερα ‘’καλό‘’ κλαρίνο στα πανη-γύρια και τους γάμους είναι: ο Ηλίας Αριστόπουλος, ο Θύμιος Αρι-στόπουλος, τα παιδιά του Κώστας, Γεράσιμος και Γιώργος, ο Βαγγέ-λης Κοκκώνης και Νίκος θεοδωρόπουλος 21 .
Τους σκοπούς της πλούσιας λαϊκής μας μουσικής παράδοσης, ανάμεικτους με τα κουδούνια των κοπαδιών, τους γρύλους, το κε-λάρυσμα του ρυακιού, τ’ αηδονολάλημα, τον αχό της θάλασσας, μας τους φυλάξανε οι λαϊκοί –γύφτοι και μη - οργανοπαίχτες. Εκείνοι με το πάθος και την αγάπη τους διασώσανε και δίνουν την φλόγα της παράδοσης από γενιά σε γενιά, σαν παρακαταθήκη.
Η ομορφιά των δημοτικών μας τραγουδιών, η διατήρησή τους και το αναφρεσκάρισμα είναι βέβαια έργο του λαού αλλά με απα-ραίτητο συνεργάτη το γύφτο οργανοπαίχτη. Ο λαός τα εμπνεύστηκε, τα δημιούργησε, οι γύφτοι όμως τα φορμάρισαν, τα μορφοποίησαν και τα διατήρησαν ατόφια και ολοζώντανα 22 .
Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες με το κλαρίνο, το βιολί, το σαντούρι, το νταούλι, το ζουρνά, το λαούτο, τη φλογέρα, δεν άφησαν τη δη-μοτική μουσική να ξεχαστεί και να ξεφτίσει. Στάθηκαν και στέκονται αιμοδότες της γνήσιας μουσικής παράδοσης και δένουν άρρηκτα το χθες με το σήμερα. Πολλοί από αυτούς, που μίλησαν γνήσια κι ανόθευτα στην ψυχή του λαού, αναδείχτηκαν, δοξάστηκαν, αγαπήθηκαν, πέρασαν τα όνομά τους πάνω από τη λησμονιά 23 .



Κ’ ήρθαν κ’ οι πλάστες οι μεγάλοι
που είναι τα έργα τους από ήχο
κ’ από ρυθμό κ’ απ’ όνειρο είναι
κ’ ήρθαν κ’ οι γύφτοι λαλητάδες
…………………………………………………….
κ’ ήρθαν κ’ οι γύφτοι μουσικοί 24 .



Σημειώσεις

1. Κωστή Παλαμά, ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, Λόγος Ζ΄, Αθήναι 1950, σελ. 117.
2. Ό.π.
3. Κομζιάς Γεώργιος (1999), ‘’Το πανηγύρι της Αγι’ – Αγάθης ‘’, σελ. 111, Ασημακόπουλος , Μεσολόγγι
4. Βιργινία Φουσκουμπούκα. Από το βιβλίο της Δέσποινας Μαζαράκη ‘’Το λαϊκό καλρίνο στην Ελλάδα‘’
5. ό,π. Δέσποινα Μαζαράκη
6. Λαλαπάνος Θωμάς, από το βιβλίο του Κ. Σ. Κώνστα
7. Μαζαράκη Δέσποινα (1984), ‘’Το λαϊκό κλαρίνο στην Ελλάδα‘’, σελ. 33, Β΄ έκδοση, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα
8. Γιαννακόπουλος Τάκης (1979), ‘’οι Γύφτοι και το Δημοτικό μας τρα-γούδι ‘’,σελ. 14, ‘’ΑΤΕΡΜΩΝ‘’, Αθήναι
9. ό.π. Κομζιάς Γεώργιος
10. ό.π. Γιανακόπουλος Τάκης
11. ό.π. Κομζιάς Γεώργιος, σελ. 117
12. Παπαδάκης Γεώργιος (1999), ‘Όργανα και οργανοπαίχτες ‘’, Αρχείο Ρα-διοφώνου
13. Μαζαράκη Δέσποινα, σελ. 18.
14. Κ.Σ. Κ.ωνστας, Βλέπε και Γ.χ. Κομζιάς ‘’Το πανηγύρι της Αγι’ – Αγά-θης‘’, σελ. 123 – 124.
15. Δεσποινα Μαζαράκη , σελ. 21.
16. Δεσποινα Μαζαράκη , σελ. 21
17. Κ.Σ. Κώνστας, σελ. 358.
18. Δέσποινα Μαζαράκη, σελ. 37.
19. Δέσποινα Μαζαράκη, σελ. 36
20. Δέσποινα Μαζαράκη, σελ. 34
21. Ηλίας Αριστόπουλος, Αγρίνιο λαϊκός οργανοπαίχτης
22. Γιαννακόπουλος Τάκης, Βλέπε και Γ.Χ.Κομζιάς, σελ. 114.
23. Μιχάλης Τσώνης, ‘’Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες‘’, περιοδικό ΜΟΥΣΙΚΗ, 1977 – 78.
24. Κωστής Παλαμάς.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Το Καγκελάρι

Ιστορικά στοιχεία
Το Καγκελάρι, πολυπρόσωπος υπαίθριος χορός, χορεύεται κατά κανόνα παραδοσιακό, δύο φορές το χρόνο: την Τρίτη της Λαμπρής και τη δεύτερη ημέρα του κορυφαίου πανηγυριού του χωριού, αυτό της Αγίας Παρασκευής (26 και 27 Ιουλίου).
Την ονομασία του Καγκελάρι την οφείλει ή στη λέξη κάγκελο, επειδή οι χορευτές είναι τοποθετημένοι και συνδεδεμένοι όπως τα κάγκελα ή στα καγκέλια ή καγκελίσματα, τα διπλώματα, δηλαδή, του κύκλου που κάνουν οι χορευτές στο χορό. Πάντως με την ονομασία Καγκελάρι δεν εννοούμε έναν συγκεκριμένο χορό αλλά όλα όσα λαβαίνουν χώρα κατά τη διάρκεια του δρώμενου.
Οι ρίζες του χορού χάνονται στα βάθη του χρόνου. Μαρτυρίες για το πότε ακριβώς εμφανίστηκε δεν υπάρχουν. ‘’Από το ύφος του και τις μονότονες κινήσεις και την καθολική σχεδόν συμμετοχή των πανηγυριστών, φαίνεται ότι είναι αρχαϊκό λείψανο, μέσο συμμετοχής και εκδηλώσεων κοινών συναισθημάτων από μεγάλες ομάδες λαού‘’. Πάντως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είναι ήδη γνωστός. Θα πρέπει, λοιπόν, να συνδέεται με τα ηρωικά χρόνια των αγώνων των κατοίκων αλλά και με τη μακρόχρονη σκλαβιά της Ηπείρου, αν κρίνουμε από τα λόγια ενός γέρου Ηπειρώτη από τους Παπαδάτες Πρεβέζης που χόρεψε το χορό αυτό στο χωριό του πριν από 1912:
--‘’Για μας τότε το Καγκελάρι ήταν ξέσπασμα. Με τα σφιχτοδεμένα χέρια μας, ήτανε σαν να δίναμε ο ένας στον άλλο θάρρος. Και το πάτημά μας στον σκοπό του χορού ήταν δυνατό και οργισμένο. Έμοιαζε σαν να πατούσαμε την τυραννία...‘’
Δε θα ήταν όμως και άστοχο να υποθέσουμε ότι τα τραγούδια, όπως και οι χορευτικοί σχηματισμοί, να ήρθαν στην περιοχή των Τζουμέρκων με τους Σουλιώτες μετά την καταστροφή του Σουλίου. Είναι γνωστό ότι σε αρκετά χωριά της περιοχής εγκαταστάθηκαν μετά τον ξεριζωμό από τις πατρογονικές εστίες ταράφια Σουλιώτικα।
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γεωργίου Κομζιά, ''Το Καγκελάρι. Χορευτικό δρώμενο από τη Ροδαυγή Άρτας''

Το Πανηγύρι της Αγι' - Αγάθης

Το πανηγύρι της Αγι’ – Αγάθης
(Αιτωλικό 23 Αυγούστου
)
1. Το Αιτωλικό
Ανάμεσα στην ειδυλλιακή έκταση, που δημιουργεί το αδέλφωμα του ‘’κοιμισμένου νερού‘’ της λιμνοθάλασσας του Αιτωλικού με τα τενάγη του Μεσολογγίου, βρίσκεται θεμελιωμένη και συμμαζωγμένη πάνω στο ένα και μοναδικό νησάκι, χτισμένη στενάχωρα από τη μια του άκρη στην άλλη, μια πολιτεία που όμοιά της δεν απαντιέται πουθενά σ’ όλο το μήκος και το πλάτος της ελληνικής γης, το Αιτωλικό. Δυο πέτρινα, με γραφικές καμάρες, γεφύρια, απλώνονται σα ‘’δυο μεγάλα χέρια‘’ για να το κρατήσουν και να το ενώσουν με τις δυο αντικρινές στεριές, την ανατολική και τη δυτική.
Κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός της πόλης είναι το Πανηγύρι της Αγι’ - Αγάθης, κατά τη διάρκεια του οποίου αναβιώνουν σημαντικά ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία, που διατηρούνται μέχρι σήμερα ανόθευτα.
2. Το Πανηγύρι της Αγι’ – Αγάθης
Σ' αφήνω την καληνυχτιά
Αγι’- Αγάθη μου γλυκιά.
Ρίχνω και μια κουμπουριά.
να πέσουν τ’ άρματα,
γεια σου, Αρχόντισσα Κυρά.
2.1. Γενικά
Κάθε καλοκαίρι, στην καρδιά ακριβώς του Αυγούστου, το Αιτωλικό, απ’ άκρη σ’ άκρη, ζει και αναπνέει στους ρυθμούς του ζουρνά και του νταουλιού. Οι Αιτωλικιώτες γιορτάζουν την Αγι’- Αγάθη τους και πανηγυρίζουν. Ένα πανηγύρι με πολύ σύνθετο χαρακτήρα, όπου το θρησκευτικό στοιχείο συνυφαίνεται με το ιστορικό, το κοινωνικό και το συμβολικό. Μια ολάκερη παράδοση που κρατά και αντιστέκεται ακόμη πεισματικά στον φθοροποιό χρόνο και στα ξενόφερτα πολιτισμικά στοιχεία. Χαρακτηριστικό του η ιδιαίτερη τελετουργία και ο τόσο αναπαραστατικός χαρακτήρας του.
2.2. Ιστορικά στοιχεία
Από πλευράς γένεσής του λογίζεται ως το παλαιότερο και ιστορικότερο, με τη μορφή αυτή, πανηγύρι της Κάτω Αιτωλίας. Σύμφωνα με την παράδοση είναι η συνέχεια ενός άλλο μεγάλου πανηγυριού, αυτό της Ψηλής Παναγιάς, με καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα, του οποίου οι ρίζες χάνονται στην άχλη της ιστορίας και που γινόταν στις 23 Αυγούστου στην ομώνυμη κορυφή του Ζυγού.
Ο ιστορικός χαρακτήρας προστέθηκε στο πανηγύρι το 1835 προκειμένου να τιμηθούν όσοι έπεσαν στον επαναστατικό αγώνα του Αιτωλικού. Για το σκοπό αυτό καθιερώθηκαν αναμνηστικές γιορτές με αρματωμένους στους χώρους εκείνους που διαδραματίστηκαν τα σημαντικότερα γεγονότα της τοπικής ιστορίας. Το γεγονός το οποίο συνδέει τον τόπο με την τέλεση του πανηγυριού έχει σχέση με την πτώση του Αιτωλικού.
Μετά την πτώση του Ντολμά, στις 28 του Φλεβάρη του 1826, και λίγο πριν το Αιτωλικό πέσει στα χέρια του Ιμπραήμ, τα γυναικόπαιδα, για να γλιτώσουν, μεταφέρθηκαν με γαϊτες στη βόρεια πλευρά της λιμνοθάλασσας του Αιτωλικού και εκεί λίγο πιο κάτω από το σημερινό εκκλησάκι της Αγι’ - Αγάθης, προδομένα από τα κλάματα των μωρών έπεσαν στα χέρια των Τούρκων. Σε ανάμνηση, λοιπόν, αυτού του γεγονότος αποφάσισαν μεταξύ των άλλων εκδηλώσεων να ανεβαίνουν και να πανηγυρίζουν και στο σημερινό εκκλησάκι της Αγι’ – Αγάθης, χτισμένο περίπου γύρω στο 1840.
2.3. Η οργάνωση του πανηγυριού
Η ψυχή του πανηγυριού και ο κορμός, γύρω από τον οποίο πλέκεται αυτό, είναι οι αρματωμένοι και οι καβαλαραίοι, που συμμετέχουν στο πανηγύρι κατά παρέες, ολιγομελείς, δηλαδή, και με στρατιωτική πειθαρχία ομάδες, αποτελούμενες από 15 έως 20 άτομα, οργανωμένες σύμφωνα με τα πρότυπα των κλέφτικων ομάδων του ’21. Η κάθε μια έχει τον αρχηγό της, τον καπετάνιο, τον πρώτο μεταξύ των ίσων.
Οι αρματωμένοι συμμετέχουν ντυμένοι όπως οι παλιοί κλέφτες κι οι αγωνιστές του ’21. Σφίγγουν στη μέση τη χιονάτη φουστανέλα, φορούν γιλέκο χρυσοκέντητο και βάζουν στο κεφάλι χρυσοκεντημένη σκούφια. Έχουν τσαρούχια με πλουμιστά γαντζούδια, κρεμούν ασημένιες παλάσκες, κιουστέκια και ασημοσουγιές και φέρνουν όπλα: καριοφίλια, κουμπούρες, μαχαίρια και γιαταγάνια. Οι έφιπποι ή καβαλαραίοι, δίνουν ζωντάνια στο πανηγύρι ιππεύοντας περήφανα άλογα.
2.4. Το Πανηγύρι σήμερα.
Το πανηγύρι στο Αιτωλικό κορυφώνεται στις 23 Αυγούστου αλλά η προετοιμασία του αρχίζει από το δεκαπενταύγουστο. Την ημέρα αυτή συγκροτούνται οι παρέες και οι πανηγυριστές βάζουν το ‘’ρεφενέ‘’, τα χρήματα δηλαδή που θα χρειαστούν, για να καλυφθούν τα έξοδα τις παρέας. Το γλέντι, στους ήχους του ζουρνά και του νταουλιού, διαρκεί όλη τη μέρα και όλο το βράδυ με μια ανάπαυλα το απόγευμα.
Στο διάστημα, που μεσολαβεί από τις 16 έως τις 19 Αυγούστου, οι παρέες κάνουν τις τελικές ετοιμασίες.
Στις 20 Αυγούστου το πανηγύρι αρχίζει. Οι παρέες, κατά το βραδάκι, συγκεντρώνονται στα στέκια τους για το ολονύχτιο γλέντι. Αυτή τη μέρα βάζουν στα τραπέζια τους τα ‘’αγκωνάρια‘’, όπως συνηθίζουν να αποκαλούν το γλυκό ριβανί.
Στις 21 Αυγούστου και από νωρίς το πρωί γίνεται το αρμάτωμα και η μάζωξη των αρματωμένων. Ο καπετάνιος συνοδευόμενος από τη ζυγιά περιδιαβαίνει τα σπίτια των αρματωμένων και συγκεντρώνει έτσι την παρέα του. Αφού όλοι μαζί γυρίσουν στα σοκάκια του Αιτωλικού καταλήγουν το μεσημέρι στο στέκι τους για φαγητό. Το απόγευμα τις ίδιας ημέρας όλες οι παρέες συγκεντρώνονται μπροστά στο ναό της Παναγίας και αφού προσκυνήσουν αναχωρούν για το εξωκλήσι της Αγι’- Αγάθης.
Εκεί παραμένουν γλεντώντας μέχρι το μεσημέρι της 23ης Αυγούστου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας συγκεντρώνονται στο Σταθμό Αιτωλικού και από εκεί, σε παράταξη, πομπικά, πρώτα οι Αρματωμένοι και ύστερα οι έφιπποι, κάνουν πανηγυρική είσοδο στο Αιτωλικό. Πλήθος κόσμου περιμένει να τους υποδεχτεί και να τους καμαρώσει. Όλοι μαζί καταλήγουν στην κεντρική πλατεία για τον καθιερωμένο χορό των αρματωμένων. Αυτή τη νύχτα το Αιτωλικό απ’ άκρη σ’ άκρη γλεντάει. Το γλέντι θα συνεχιστεί και το επόμενο βράδυ, στις 24 Αυγούστου.
Το πανηγύρι τελειώνει με την καθιερωμένη Μπαντονάδα στα στενά του Αιτωλικού. Αρματωμένοι και φίλοι χαιρετιούνται, ανταλλάσσουν ευχές, ασπάζονται ο ένας τον άλλον και χωρίζουν. Το πανηγύρι τελειώνει όχι μόνο γι’ αυτούς αλλά και για όλο το Αιτωλικό. Λίγο πριν χωρίσουν δε ξεχνούν να αναφερθούν και στην Αγι’- Αγάθη κι όλοι μαζί τραγουδούν:

Σου αφήνω την καληνυχτιά
Αγι’- Αγάθη μου γλυκιά.
Ρίχνω και μια κουμπουριά.
κάτω τ’ άρματα…. ‘’

Από το βιβλίο του Γ.Χ.Κομζιά, ‘’Το πανηγύρι της Αγι’ – Αγάθης‘’ , Αιτωλικό 1999